Τις επόμενες μέρες χάθηκε ακόμη περισσότερο η επικοινωνία. Ούτε καν μήνυμα με το κλασσικό ερώτημα «τι κάνεις;»
Ξημέρωσε μια Δευτέρα, που αποδείχθηκε από τις χειρότερες της ζωής της. Έπρεπε να συνοδεύσει τα παιδιά του σχολείου στο σινεμά. Μόνο που δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν έβλεπε τίποτε μπροστά της, είχε πέσει σε μια από κείνες τις γνωστές της καταθλιπτικές κρίσεις, ότι χειρότερο μπορούσε να θυμηθεί στη ζωή της, παρόμοια με κείνες τις περασμένες τότε στα πολύ δύσκολα.
Και αυτός, που την παρηγορούσε, που την αγαπούσε και τα ξεπερνούσε όλα δεν ήταν εκεί, ούτε καν με ένα απλό μήνυμα.
Δεν άντεξε και πολύ στο σινεμά. Έφυγε, με την πρώτη δικαιολογία που της ερχόταν στο μυαλό. Όχι ότι ήταν απαραίτητη αφού όλοι διαπίστωσαν την κατάσταση στη οποία βρισκόταν. Τα ερωτηματικά στο βλέμμα τους, αποδείκνυαν την κατανόηση τους. Μόνο που παρέμενε μόνη της.
Πήγε στο γειτονικό καφέ. Ήταν μόνο τόση η απόσταση που μπορούσε να περπατήσει αφού οι δυνάμεις της επίσης την είχαν εγκαταλείψει , άλλοι ένα χαρακτηριστικό σημάδι της κρίσης της.
Μόνο μια θεραπεία ή έστω προσπάθεια υπήρχε. Να γράψει. Η κοπελιά της έφερε το καφέ που παρήγγειλε, την κοίταξε παράξενα. Αν θα έπρεπε να τη ρωτήσει για βοήθεια ή όχι.
Το κόκκινο βιβλιαράκι που πάντα κουβαλούσε ήταν εκεί.
Άρχισε να γράφει. Για κείνη, για κείνο.
Πεθαμένη είμαι. Μόνο που δεν το έχω καταλάβει ακόμη. Μέσα σε ένα υγρό, κρύο ,μοναχικό τάφο. Μόνη μου όπως πάντα, εντελώς, εγκαταλελειμμένη…μόνη… «μοναξιά μου όλα»…
Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είμαι στο σινεμά με τα παιδιά. Τίποτε δεν μου δίνει πλέον χαρά. Τα συναισθήματα μέσα μου είναι όλα πεθαμένα. Όλα είναι ένα τεράστιο κενό. Μια ομίχλη τα σκεπάζει όλα. Προσπαθώ να γράψω, μήπως και νιώσω λιγότερη μοναξιά και εγκατάλειψη. Θέλω να ζητήσω από κάποιον βοήθεια. Αλλά ο τάφος μου είναι τόσο βαθύς, τόσο βαρύ το σκέπασμα που δεν μπορώ. Δεν μπορώ να το σηκώσω, αυτό το καπάκι που βαραίνει τόσο πολύ την ψυχή μου.
Μια πέτρα με πλακώνει. Η ζωή είναι ωραία!…λέει το έργο. Τι ειρωνεία!! Για κάποιους, ίσως να’ ναι. Όχι για μένα, όχι σήμερα. Που θα ήθελα να πεθάνω, να σταματήσω να υπάρχω…
… ένα μωρό…χαμένο…σε μια μεγάλη πόλη, στο κέντρο της, με πλήθος γύρω του. Κλαίει, μόνο του, ψάχνει μια αγκαλιά. Τη μαμά του, ένα στήριγμα, με αγάπη, να το πάρει να το ζεστάνει, να το αγκαλιάσει να του δώσει όλα αυτά που νιώθει τόσο να του λείπουν. Μια αγκαλιά, ένα φιλί, αγάπη , αποδοχή, αξία για την ύπαρξη του, σκοπό, για να ζήσει , να μεγαλώσει. Να υπάρξει, στο κέντρο της πόλης, ν’ αντέξει τον πόνο, τη φόρτιση, την ερημιά, την αίσθηση του χαμένου.
Κλαίει, και ζητά απεγνωσμένα μια αγκαλιά. Μόνο που είναι μόνο του ,σε ξένη χώρα. Δεν το καταλαβαίνουν. Μιλάει σε μια άλλη γλώσσα…και ο τρόμος δεν αφήνει την ομιλία του να αρθρωθεί.
Πονάει, διαλύεται, σε μια γωνιά μοναχό του, κλαίει, ζητάει απεγνωσμένα …μια αγκαλιά, ένα γνώριμο χάδι…που δεν βρίσκεται πουθενά…γιατί είναι μόνο του, γεννήθηκε μόνο του, υπάρχει και θα υπάρχει μόνο του…
…ελπίδες για κάποια επικοινωνία. Για ερώτηση του τύπου είσαι καλά; Μόνο αυτό θέλω να ξέρω…αν είσαι καλά…αν αντέχεις τον πόνο και την οδύνη της ψυχής, το ξέσκισμα των μέσα σου…μόνο αυτό…που δείχνει ότι δεν ήταν όνειρο…ότι υπήρχε, ότι απλά το’ χασες, κάπου εκεί στο χρόνο, σε λάθος στιγμές και τόπους…αλλά υπήρξε…απλά αυτό, ότι υπήρξε…
Ένα όνειρο ήταν. Μια φαντασίωση κάποιας καλοκαιρινής βραδιά;, ζεστής, με ολόγιομο φεγγάρι. Τότε δεν κάνουν όνειρα τα κοριτσόπουλα ; τότε δεν φαντάζονται τον πρίγκιπα του παραμυθιού και της γιαγιάς; Πάνω στο λευκό(!!), άλογο ή άλογα, who cares, να’ ρθει ν΄ ανοίξει την αγκαλιά του , να την πάρει να την ταξιδέψει εκεί που υπάρχουν μόνο ουράνια τόξα, μόνο ευτυχισμένα ροζ σύννεφα γεμάτα τρυφερότητα και ελπίδα. Που ακόμη και οι δυσκολίες θα εξανεμίζονταν από την αγάπη και την τέλεια ένωση.
Τέτοια όνειρα έκανες κορίτσι μου. Προφανώς απραγματοποίητα, ουτοπικά.
Που σβήνουν κάθε στιγμή, στο πρώτο φθινοπωρινό αεράκι. Που ρίχνει τα φύλλα των δένδρων και σκεπάζει τα ροζ σύννεφα του ονείρου. Και ξυπνάς, με ιδρώτα και κρύο, πάνω στη ξερή κρύα γη. Νιώθεις το χορτάρι να ξεραίνεται, μαζί με το χώμα , και κρυώνεις και παγώνεις και πεθαίνεις.
Σαν τα φύλλα των δένδρων, που πέφτουν και αυτά νεκρά.
Είσαι πάλι μόνη σου. Πνιγμένη στη θλίψη. Στην παγωνιά. Το ξέρεις αυτό, το αναγνωρίζεις τόσο καλά. Και κάθε φορά ελπίζεις ότι δεν θα ξανασυμβεί. Ότι κάτι θα αλλάξει, κάτι θα φτιάξει, θα ροδίσει και πάλι πριν τελικά, ξαναγίνει γκρίζο, μαύρο, καρβουνιασμένο καμένο στη φλόγα των συναισθημάτων που τόσο πολύ μπορεί να ζεσταίνονται σε αυτή τη ματωμένη καρδιά…
Σύντομα ήρθε η γιορτή της. Της έστειλε ένα μήνυμα που έδειχνε τη θέση που είχε στην καρδιά του. Ευχήθηκε χρόνια πολλά στη γυναίκα που τον σάρωσε! Ο πόνος είχε αρχίσει να μαλακώνει στη καρδιά της, άντεχε περισσότερο από ποτέ. Ήξερε ότι μπορούσε να τα καταφέρει αλλά και να νιώθει τυχερή για όλο αυτό που της είχε, που τους είχε συμβεί.
Ήθελε να συναντηθούν για άλλη μια φορά. Έπρεπε να συμπληρώσει τα κενά της από εκείνον. Να της μιλήσει για πράγματα που εκείνη δεν είχε καταφέρει να καταλάβει.
Το έκαναν. Ακόμη μια φορά.
Υπήρξε εκείνο το σεμινάριο τον Μάιο στη Αθήνα. Την είχαν καλέσει και εκείνη βρήκε την ευκαιρία να τον συναντήσει. Έμεινε και πάλι στο σπίτι του το πρώτο βράδυ.
Έκαναν έρωτα μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν έρωτας. Ήταν απλό σεξ. Ο Ανδρέας είχε ξανά κατεβασμένες τις μπάρες, ένιωθε ότι ήταν η τελευταία φορά που θα ήταν μαζί, το διαισθανόταν.
Του ζήτησε να μην είναι έτσι, τουλάχιστον όχι απόψε, όχι εκείνη τη βραδιά που θα την πέρναγαν μαζί. Της είπε πολύ απλά, ότι δεν μπορούσε. Τον καταλάβαινε.
Το βράδυ πήγαν στο Ποσειδώνιο, να δουν το Γιάννη. Της το είχε υποσχεθεί, ήταν τόσες οι φορές που τον είχαν ακούσει ,έπρεπε να το κάνουν και μαζί.
Ο Γιάννης ήταν υπέροχος, εκείνη κοίταζε τον Ανδρέα στα μάτια, και αυτός προσπαθούσε να την αποφύγει. Είχε κλείσει για κείνη, ήταν γεγονός. Αφέθηκε μόνο για λίγες στιγμές, όταν το « σε χάνω» έκλεβε τη παράσταση και ο Γιάννης τραγουδούσε και πάλι μόνο γι αυτούς.
Μίλησαν στο δρόμο , μίλησαν γενικά παρά πολύ.
Και την άλλη μέρα, πήγαν σε μια μαρίνα. Εκεί, δίπλα από τα ιστιοπλοϊκά, κοντά τη θάλασσα, ανάλυσαν την ιστορία τους. Προσπάθησαν να το εξηγήσουν, να το δουν από όλες τις οπτικές γωνίες. Έπρεπε να το κάνουν για να μπορέσουν να το κλείσουν , να το βάλουν στη γωνιά του, να τους βοηθήσει να συνεχίσουν τη ζωή τους.
Έβγαλαν και πάλι τα εσώψυχα τους, με διαφορετικό τρόπο αυτή τη φορά. Ήταν δυο φίλοι, που είχαν ζήσει κάτι διαφορετικό στις ζωές τους, που δεν το είχαν καταφέρει να γίνει ένωση τυπική, δεν μπορούσαν να είναι μαζί.
Όμως μπόρεσαν να βγάλουν τους θυμούς τους, όλα όσα τους είχαν ενώσει και τους είχαν χωρίσει σ’ αυτή την ιστορία τους.
Τα άνοιξαν όλα, τα εξομολογήθηκαν όλα. Ή σχεδόν όλα. Ήξεραν ότι είχαν ζήσει μια μεγάλη αγάπη σαν αυτές που σπάνια μπορεί κανείς να συναντήσει, αν το κάνει ποτέ.
Ήταν πολύ σημαντικό όλο αυτό , το ήξεραν και οι δυο.
Το βράδυ, την πήγε στο ξενοδοχείο της, την φίλησε τρυφερά.
«αντίο. Θα τα ξαναπούμε μωρό μου. Δυο άνθρωποι που ένωσαν τις ψυχές τους σαν και μας δεν είναι δυνατόν να χαθούν για πάντα»
«ναι, καρδούλα μου. Θα τα ξαναπούμε.»
Τα δίκτυα σώπασαν. Δεν είχαν να πουν πια τίποτε σημαντικό.
Η ζωή πήρε στον ρυθμό της μέσα από την καθημερινότητα. Ο καθένας στο δρόμο του , στη δυσκολία του, στις ανάγκες του.
Ψυχές και σώματα ήταν αυτοί. Έμειναν εκεί κολλημένοι για όσο μπόρεσαν, ξαναβρήκαν αυτό που είχαν και στη προηγούμενη ζωή τους.
Μια κινέζικη παροιμία λέει ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ένα μισό πορτοκάλι και το υπόλοιπο του βρίσκεται κάπου στη γη, κάπου άλλου. Και όλη τη ζωή του ψάχνει να το βρει για να μπορέσει να γίνει ολόκληρο.
Ναι, καρδούλα μου, θα τα ξαναπούμε…
κάπου, κάπως , κάποτε…