Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Ένα χαρούμενο μωρό......!!!

Όλα είναι όμορφα… και γλυκά…..ζάχαρη, μέλι στο ζεστό τσάι του πρωινού…..ο ήλιος στην κορυφή του ουρανού, ζεσταίνει τις καρδιές που αγαπούν. Ρίχνει αχτίδες φωτεινές, αγαπησιάρικες, μοναδικά όμορφες. Και πάλι η αγάπη είναι εκεί, ζωντανή, σαν ένα μωρό που γελάει….και γελάει τόσο πολύ όμορφα. Είναι η νέα ζωή του που ξεκινάει και περιμένει την τροφή, την αγκαλιά την μεγάλη αγκαλιά που θα γευτεί που θα το μαγέψει, να συνεχίσει να ζεί, να αναπνέει να ετοιμάζεται για την συνάντηση την μεγάλη μοναδικά όμορφη συνάντηση της ζωής του, που το περιμένει να νιώσει τα συναισθήματα που θα είναι εκεί. Χαράς, προσμονής, αγάπης ίσως, γλύκας, και συντροφιάς, και μαγείας όλα εκείνα που η ζωή μπορεί να του προσφέρει αν μπορέσει να τα δεί. Το μωρό στέκεται στα πόδια του, τρεμάμενα, χωρίς τη σιγουριά της σταθερότητας που θα αποκτήσει ίσως κάποτε. Και ίσως πάλι ποτέ, γιατί μπορεί να μείνει πάντα στην αγωνία, στην αμφιβολία, στα ίσως και στα αλλά που θα ξεφυτρώνουν συνέχεια γύρω του. Στο δρόμο για την ολοκλήρωση, στη γέφυρα που θα ενώσει την ζωή του με τα συναισθήματα του, με την αγάπη του για την εμπειρία, για το νέο, τον ουρανό που θα είναι γαλάζιος πάνω του, και θα τον καλεί να πετάξει, να δεί την γη από ψηλά, τον ήλιο κοντά του, τα σύννεφα λευκά δίπλα του. Το ταξίδι της ζωής του, η πορεία του μέσα σ αυτό, γαλάζια, κουφετένια, όμορφη και ζαχαρένια, μελένια και ονειρεμένη. Το μωράκι γελάει, ξεκαρδίζεται, ο κόσμος γύρω του είναι όμορφος και κείνο τον βλέπει να ανοίγει τις πόρτες του να το περιμένει να το αγαπά, να του δίνει τα χέρια να σηκωθεί να σταθεί, να οδηγηθεί, στο ταξίδι στον ουρανό. Του δίνει φτερά, του δίνει μια ψυχή δίπλα να στηριχθεί, την αδελφή ψυχή του ίσως, ποιος να ξέρει, μπορεί….. στο κοινό τους ταξίδι στην ζωή που μαζί θα βλέπουν με την γεύση του ονείρου στα χείλη τους, με την μυρωδιά της αγάπης γύρω τους…. με την αγάπη την ίδια οδηγό, στο δρόμο της ευτυχίας, στο μονοπάτι της ζωής που θα ξεχυθεί δίπλα τους. Μόνο να το δούν, μόνο να το αντικρύσουν, μόνο να το νιώσουν, να το δεχθούν….και κείνο να δώσει την μαγεία της αγάπης, πολύτιμο θησαυρό στην ζωή που τόσο όμορφα μπορεί να κυλάει δίπλα τους……

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Φθινόπωρο στην αγάπη....

Όλα είναι η αγάπη… και τα δάκρυα και ο πόνος , η χαρά η λαχτάρα, η προσμονή και το βάραθρο της ψυχής… τα φύλλα που γίνονται φθινοπωρινά και πέφτουν και κιτρινίζουν μοναδικά χρυσά στο πρώτο κρύο του Οκτώβρη…. η βροχή πέφτει πάνω τους και οι νότες της δικής τους μουσικής ξεχύνονται μοναδικά στους ήχους της αγάπης. Που έχει και εκείνη τα κίτρινα της μέσα από τα ροζ που ξεχειλίζουν ίσως πιο συχνά την καρδιά της. Ή έτσι θα ήθελες… όμως η αγάπη έχει 1000 πρόσωπα και κάθε φορά μεταμορφώνεται. Και συ παρακαλάς να δεις εκείνο που θέλεις, που λαχταράς πραγματικά κάθε φορά. Γιατί είναι εκείνο το πρόσωπο που η ψυχή ζητάει, είναι εκείνο το κομμάτι που πρέπει, την στιγμή που το ζητάς να είναι εκεί για σένα. Η αγάπη, ρέει και τρέχει γύρω σου, σαν την βροχή που πέφτει σιγανά, και συ θέλεις να νιώσεις ζωντανός και θες να την αγκαλιάσεις να την νιώσεις στο δέρμα του σαν τις στάλες που σε τρυπάνε όταν είσαι κάτω από την μεγάλη βελανιδιά της ζωής σου… και εκεί η βροχή πέφτει πάντα, ακόμη και το καλοκαίρι… γιατί η αγάπη έχει τα δικά της, και δεν σε αφήνει να την κατακτήσεις…. για να έχεις πολλά να κάνεις ακόμη. Και περιμένεις κάτω από την βελανιδιά, τι περιμένεις άραγε; Το χρόνο που περνάει, το χρόνο που σταματάει, που θες να τον κάνεις να σταματήσει κάπου εκεί που περιμένεις και περιμένεις, ένα χαμόγελο, μια ανάσα, μια γεύση της αγάπης που με άλλο πρόσωπο ξέρει αν πρέπει και πότε να έρθει κοντά σου. Να αναπνεύσεις μυρωδιές, και αρώματα της βροχής που πέφτει στο χορτάρι, της υγρασίας που απλώνεται και φανερώνεται μοναδικά μόνο για σένα. Ο χρόνος κυλάει βασανιστικά κάποτε και συ απλά τον αφήνεις να περάσει από δίπλα σου και τον διώχνεις, τον απομονώνεις όταν μπορείς… να σταματήσει, να μείνει ακίνητος, να νιώσεις μόνο την γεύση της αγάπης, να μείνεις τυλιγμένη στο δικό της μανδύα, στο μανδύα της τον βελούδινο, τον λευκό, τον ροζ, με το πρόσωπο που θα φανεί, με την όψη της εκείνη που θα έρθει κοντά σου, αν θέλει να έρθει κοντά σου. Την φωνάζεις πάντα αλλά ο χρόνος μπορεί να μπει εμπόδιο ζωής, και βάραθρο καταιγίδας που απλά καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμα της. Η αγάπη κυλάει μαζί με την βροχή του φθινοπώρου… και περιμένει ….και λαχταράει, και καρτερεί…. τα δάκρυα μπορεί να κυλήσουν και αυτά, καυτά πονεμένα, μοναδικά, αλλά και λυτρωτικά στην ψυχή που θέλει να ξαλαφρώσει από την ένταση που η αγάπη μπορεί να κουβαλάει μαζί της. Την ίδια στιγμή που έχει και την ευτυχία δίπλα της, και την λαχτάρα… και την προσμονή. Τα τόσα της πρόσωπα γίνονται μόνο ένα… εκείνο της αληθινής αγάπης που δεν περιμένει, που δεν απαιτεί, που μόνο ξέρει να δίνει….

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Η ιστορία ενός τοίχου...αφιερωμένο εξαιρετικά στους φίλους μου του Facebook wall της μουσικής του Νίκου Γκαραβέλα!!!!

Η ιστορία ενός τοίχου… Ήταν κάποτε ένας τοίχος… και όχι ένας οποιοσδήποτε τοίχος… δεν μοιάζει με κανένα, δεν είναι ούτε σαν το τοίχο του Βερολίνου, ή τον τοίχο των δακρύων… κάτι άλλο που έξυπνα μυαλά είστε σύντομα θα μπείτε στην φιλοσοφία του. Γιατί, ναι, κυρίες και κύριοι , μιλάμε για ένα τοίχο με ιστορία, ένα τοίχο που δεν είναι ένας κοινός τοίχος, μιας κουζίνας, ας πούμε, μιας κρεβατοκάμαρας, ενός wc! Εδώ μιλάμε για τοίχο σπέσιαλ, που κρατάει στα δομικά του στοιχεία νότες, πεντάγραμμα, δίσκους βινυλίου, άπειρες μουσικές φωνές, έρωτες και πάθη, αγάπες ανικανοποίητες και πόνο του έρωτα, για άνδρες και γυναίκες. Ένας τοίχος του πόνου αλλά και του έρωτα, της ψυχής και του συναισθήματος. Εκεί πάνω λοιπόν, άραξαν τις μοναχικές βραδιές του σαν ταχυδρομικά περιστέρια άλλοι, πολλοί μικρότεροι και μεγαλύτεροι βράχοι, βράχοι που κυλάνε και αυτοί με την σειρά τους και ακουμπούν πάνω στον μεγαλύτερο τοίχο, εκείνου που είναι και ο ήρωας μας. Βραχάκια μικρά σε ηλικία, λίγο πιο άγρια από τις κακουχίες της ζωής, που λέγανε και στις ελληνικές ταινίες, βράχια μοντέλα, i-βράχια της τεχνολογίας, ένας ειδικός βράχος γίγαντας, ένας άλλο σαν μικρό γλυκό σαντζοχοιράκι, βραχάκια με μακριά όμορφα μαλλιά, σγουρομάλλικα, μικρά σε ηλικία και άλλα μεγαλύτερα, διψασμένα ή χορτασμένα , ξεκούραστα… από όλα τα μέρη της γής έχουν μαζευτεί στο μυστικό τους ραντεβού, στον τοίχο της καρδιάς τους… Ότι είδους μοντέλο βράχου θα τον βρείτε εκεί πάνω ακουμπισμένο. Και όλοι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Τις νότες που τους πλημμυρίζουν, τις μορφές που γεμίζουν με μουσική, την ομορφιά τους να κατακλύζει τον ήρωα-τοίχο. Και κάνουν παρεούλα, ακούγοντας, κρυφακούγοντας κάποτε, σαν αντιστασιακά ραδιοφωνάκια με χαλασμένες μπαταρίες, την μουσική που ξεχύνεται από την καρδιά του μεγάλου τοίχου. Και αγκαλιάζονται μαζί του, μοιράζονται την χαρά τους, μυρίζουν τις γεύσεις τους, και τραγουδούν όλοι μαζί. Άλλος θέλει να περιμένει πότε θα έρθει το αύριο, άλλος θέλει να δεί αν θα τα καταφέρουν, κάποια περιμένει μια καρδιά, άλλος κάνει έρευνα αν αγαπάει περισσότερο ο άνδρας από την γυναίκα, άλλη λαχταράει μόνο μια αγκαλιά. Μερικοί λίγοι πιο θαρραλέοι, προχωρούν και λίγο παραπέρα, κάνουν διστακτικά βήματα για να συναντήσουν τους διπλανούς τους, εκείνους που ακούν το ίδιο κομμάτι, που τους αγγίζει στην ψυχή λίγο περισσότερο. Και όλος αυτός ο τοίχος, μαζί με τα βραχάκια του κολλημένα σαν στρείδια επάνω, που ευτυχώς ότι και να συμβεί δεν το έχουν αποφασίσει να απομακρυνθούν, στροβιλίζονται σε ένα μεγάλο λούνα Παρκ. Σαν μικρά παιδιά, με πράσινα μάτια, χαρούμενες φωνούλες, γλυκές αγκαλιές, μυρωδάτα φιλιά. Χαρούμενη ρόδα που τους παίρνει μακριά, και τους ταξιδεύει σε χώρες μακρινές, σε θρύλους και ιστορίες, σε ιστορίες αγάπης και πάθους, και λιβάδια ή και ποτάμια. Με ινδιάνους γύρω να αλαλάζουν, με κογιότ να ακούγονται, φτερά να ανεμίζουν, στον αγέρα της κρύας δύσης, καπέλα καουμπόικα να πετιούνται ψηλά, φούστες γυναικείες να σηκώνονται σε χορό, και όλοι μαζί στην δίνη της μουσικής να στροβιλίζονται, να πηγαίνουν, να έρχονται, να ζουν, να αγαπούν, να συνεχίζουν να αγαπούν… γιατί είναι πλασμένοι μόνο γι αυτό. Κάποτε βρίσκεται στο δρόμο τους μια μεγάλη λίμνη, ή πισίνα τέλος πάντων. Κουρασμένοι από την ηδονή και την έκσταση του μουσικού ταξιδιού βουτούν όλοι μέσα, και δροσίζονται, και νιώθουν ο ένας το σώμα του άλλου, στην καθάρια αίσθηση του γαλαζοπράσινου νερού. Σαν ένα κανάλι αγάπης, που το ταξίδι της μουσικής τους έχει στείλει. Και βγαίνουν εξαγνισμένοι, όμορφοι, μοναδικά πλασμένοι για να βρίσκονται μαζί σε αυτό το ταξίδι σε αυτή την πορεία που ο τοίχος τους παίρνει, τους φέρνει, τους γυρίζει, γεμάτοι και πάλι αγάπη, και φιλία, και ομορφιά. Μια οικογένεια, δεμένη αγαπημένη οικογένεια. Γιατί αυτό είναι το πεπρωμένο τους, να αγαπούν και να αγαπιούνται, να νιώθουν τα συναισθήματα που η ψυχή τους ορίζει , και δείχνει και πηγαίνει. Το ταξίδι θα διαρκεί κάθε βράδυ για όσο εκείνοι οι βράχοι της ζωής αποφασίσουν ότι θέλουν να είναι κολλημένοι στον μεγάλο τοίχο που διάλεξαν να ξαποστάσουν. Αλλά και τότε, έχουν αποφασίσει ότι θα είναι και πάλι μαζί, στο νέο ταξίδι, σιγά να μην χωριστούν τώρα που ένιωσαν την ζεστασιά της αγκαλιάς τους, την γεύση της φιλίας τους, την ομορφιά της επικοινωνίας τους. Η μουσική πάντα ακούγεται, μοναδικά, γύρω από τον μεγάλο τοίχο. Τα βραχάκια παίρνουν την θέση τους σφιχταγκαλιασμένα γύρω του και απλά περιμένουν για άλλη μια φορά το σήμα για να ξεκινήσουν τις χαρές που είναι και πάλι μαζί. Ο αρχηγός-βράχος i- σχολιάζει, i-οργανώνει και περιμένει να ακούσει εκείνο που λαχταράει, ο γίγαντας βράχος ανοίγει την αγκαλιά του στα μικρά βραχάκια που στροβιλίζονται γύρω του, τα πιο μακρινά βραχάκια σκύβουν με ιεροτελεστία και προσκυνούν τις νότες που και πάλι και τώρα και για πάντα θα δέχονται τις ενέργειες αγάπης, τρυφερότητας, στοργής, που με τόση χαρά αφήνουν να ρέουν άφθονες στις ζεστές τους και λείες επιφάνειες. Όχι, πείτε μου , έχετε δει άλλο τοίχο αγαπησιάρη και τρυφερό σαν και αυτόν;;;;;

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Θα τα ξαναπούμε… κάπου, κάπως , κάποτε…

Τις επόμενες μέρες χάθηκε ακόμη περισσότερο η επικοινωνία. Ούτε καν μήνυμα με το κλασσικό ερώτημα «τι κάνεις;»
Ξημέρωσε μια Δευτέρα, που αποδείχθηκε από τις χειρότερες της ζωής της. Έπρεπε να συνοδεύσει τα παιδιά του σχολείου στο σινεμά. Μόνο που δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν έβλεπε τίποτε μπροστά της, είχε πέσει σε μια από κείνες τις γνωστές της καταθλιπτικές κρίσεις, ότι χειρότερο μπορούσε να θυμηθεί στη ζωή της, παρόμοια με κείνες τις περασμένες τότε στα πολύ δύσκολα.
Και αυτός, που την παρηγορούσε, που την αγαπούσε και τα ξεπερνούσε όλα δεν ήταν εκεί, ούτε καν με ένα απλό μήνυμα.
Δεν άντεξε και πολύ στο σινεμά. Έφυγε, με την πρώτη δικαιολογία που της ερχόταν στο μυαλό. Όχι ότι ήταν απαραίτητη αφού όλοι διαπίστωσαν την κατάσταση στη οποία βρισκόταν. Τα ερωτηματικά στο βλέμμα τους, αποδείκνυαν την κατανόηση τους. Μόνο που παρέμενε μόνη της.
Πήγε στο γειτονικό καφέ. Ήταν μόνο τόση η απόσταση που μπορούσε να περπατήσει αφού οι δυνάμεις της επίσης την είχαν εγκαταλείψει , άλλοι ένα χαρακτηριστικό σημάδι της κρίσης της.
Μόνο μια θεραπεία ή έστω προσπάθεια υπήρχε. Να γράψει. Η κοπελιά της έφερε το καφέ που παρήγγειλε, την κοίταξε παράξενα. Αν θα έπρεπε να τη ρωτήσει για βοήθεια ή όχι.
Το κόκκινο βιβλιαράκι που πάντα κουβαλούσε ήταν εκεί.
Άρχισε να γράφει. Για κείνη, για κείνο.

Πεθαμένη είμαι. Μόνο που δεν το έχω καταλάβει ακόμη. Μέσα σε ένα υγρό, κρύο ,μοναχικό τάφο. Μόνη μου όπως πάντα, εντελώς, εγκαταλελειμμένη…μόνη… «μοναξιά μου όλα»…
Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είμαι στο σινεμά με τα παιδιά. Τίποτε δεν μου δίνει πλέον χαρά. Τα συναισθήματα μέσα μου είναι όλα πεθαμένα. Όλα είναι ένα τεράστιο κενό. Μια ομίχλη τα σκεπάζει όλα. Προσπαθώ να γράψω, μήπως και νιώσω λιγότερη μοναξιά και εγκατάλειψη. Θέλω να ζητήσω από κάποιον βοήθεια. Αλλά ο τάφος μου είναι τόσο βαθύς, τόσο βαρύ το σκέπασμα που δεν μπορώ. Δεν μπορώ να το σηκώσω, αυτό το καπάκι που βαραίνει τόσο πολύ την ψυχή μου.
Μια πέτρα με πλακώνει. Η ζωή είναι ωραία!…λέει το έργο. Τι ειρωνεία!! Για κάποιους, ίσως να’ ναι. Όχι για μένα, όχι σήμερα. Που θα ήθελα να πεθάνω, να σταματήσω να υπάρχω…

… ένα μωρό…χαμένο…σε μια μεγάλη πόλη, στο κέντρο της, με πλήθος γύρω του. Κλαίει, μόνο του, ψάχνει μια αγκαλιά. Τη μαμά του, ένα στήριγμα, με αγάπη, να το πάρει να το ζεστάνει, να το αγκαλιάσει να του δώσει όλα αυτά που νιώθει τόσο να του λείπουν. Μια αγκαλιά, ένα φιλί, αγάπη , αποδοχή, αξία για την ύπαρξη του, σκοπό, για να ζήσει , να μεγαλώσει. Να υπάρξει, στο κέντρο της πόλης, ν’ αντέξει τον πόνο, τη φόρτιση, την ερημιά, την αίσθηση του χαμένου.
Κλαίει, και ζητά απεγνωσμένα μια αγκαλιά. Μόνο που είναι μόνο του ,σε ξένη χώρα. Δεν το καταλαβαίνουν. Μιλάει σε μια άλλη γλώσσα…και ο τρόμος δεν αφήνει την ομιλία του να αρθρωθεί.
Πονάει, διαλύεται, σε μια γωνιά μοναχό του, κλαίει, ζητάει απεγνωσμένα …μια αγκαλιά, ένα γνώριμο χάδι…που δεν βρίσκεται πουθενά…γιατί είναι μόνο του, γεννήθηκε μόνο του, υπάρχει και θα υπάρχει μόνο του…
…ελπίδες για κάποια επικοινωνία. Για ερώτηση του τύπου είσαι καλά; Μόνο αυτό θέλω να ξέρω…αν είσαι καλά…αν αντέχεις τον πόνο και την οδύνη της ψυχής, το ξέσκισμα των μέσα σου…μόνο αυτό…που δείχνει ότι δεν ήταν όνειρο…ότι υπήρχε, ότι απλά το’ χασες, κάπου εκεί στο χρόνο, σε λάθος στιγμές και τόπους…αλλά υπήρξε…απλά αυτό, ότι υπήρξε…
Ένα όνειρο ήταν. Μια φαντασίωση κάποιας καλοκαιρινής βραδιά;, ζεστής, με ολόγιομο φεγγάρι. Τότε δεν κάνουν όνειρα τα κοριτσόπουλα ; τότε δεν φαντάζονται τον πρίγκιπα του παραμυθιού και της γιαγιάς; Πάνω στο λευκό(!!), άλογο ή άλογα, who cares, να’ ρθει ν΄ ανοίξει την αγκαλιά του , να την πάρει να την ταξιδέψει εκεί που υπάρχουν μόνο ουράνια τόξα, μόνο ευτυχισμένα ροζ σύννεφα γεμάτα τρυφερότητα και ελπίδα. Που ακόμη και οι δυσκολίες θα εξανεμίζονταν από την αγάπη και την τέλεια ένωση.
Τέτοια όνειρα έκανες κορίτσι μου. Προφανώς απραγματοποίητα, ουτοπικά.
Που σβήνουν κάθε στιγμή, στο πρώτο φθινοπωρινό αεράκι. Που ρίχνει τα φύλλα των δένδρων και σκεπάζει τα ροζ σύννεφα του ονείρου. Και ξυπνάς, με ιδρώτα και κρύο, πάνω στη ξερή κρύα γη. Νιώθεις το χορτάρι να ξεραίνεται, μαζί με το χώμα , και κρυώνεις και παγώνεις και πεθαίνεις.
Σαν τα φύλλα των δένδρων, που πέφτουν και αυτά νεκρά.
Είσαι πάλι μόνη σου. Πνιγμένη στη θλίψη. Στην παγωνιά. Το ξέρεις αυτό, το αναγνωρίζεις τόσο καλά. Και κάθε φορά ελπίζεις ότι δεν θα ξανασυμβεί. Ότι κάτι θα αλλάξει, κάτι θα φτιάξει, θα ροδίσει και πάλι πριν τελικά, ξαναγίνει γκρίζο, μαύρο, καρβουνιασμένο καμένο στη φλόγα των συναισθημάτων που τόσο πολύ μπορεί να ζεσταίνονται σε αυτή τη ματωμένη καρδιά…


Σύντομα ήρθε η γιορτή της. Της έστειλε ένα μήνυμα που έδειχνε τη θέση που είχε στην καρδιά του. Ευχήθηκε χρόνια πολλά στη γυναίκα που τον σάρωσε! Ο πόνος είχε αρχίσει να μαλακώνει στη καρδιά της, άντεχε περισσότερο από ποτέ. Ήξερε ότι μπορούσε να τα καταφέρει αλλά και να νιώθει τυχερή για όλο αυτό που της είχε, που τους είχε συμβεί.
Ήθελε να συναντηθούν για άλλη μια φορά. Έπρεπε να συμπληρώσει τα κενά της από εκείνον. Να της μιλήσει για πράγματα που εκείνη δεν είχε καταφέρει να καταλάβει.
Το έκαναν. Ακόμη μια φορά.
Υπήρξε εκείνο το σεμινάριο τον Μάιο στη Αθήνα. Την είχαν καλέσει και εκείνη βρήκε την ευκαιρία να τον συναντήσει. Έμεινε και πάλι στο σπίτι του το πρώτο βράδυ.
Έκαναν έρωτα μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν έρωτας. Ήταν απλό σεξ. Ο Ανδρέας είχε ξανά κατεβασμένες τις μπάρες, ένιωθε ότι ήταν η τελευταία φορά που θα ήταν μαζί, το διαισθανόταν.
Του ζήτησε να μην είναι έτσι, τουλάχιστον όχι απόψε, όχι εκείνη τη βραδιά που θα την πέρναγαν μαζί. Της είπε πολύ απλά, ότι δεν μπορούσε. Τον καταλάβαινε.
Το βράδυ πήγαν στο Ποσειδώνιο, να δουν το Γιάννη. Της το είχε υποσχεθεί, ήταν τόσες οι φορές που τον είχαν ακούσει ,έπρεπε να το κάνουν και μαζί.
Ο Γιάννης ήταν υπέροχος, εκείνη κοίταζε τον Ανδρέα στα μάτια, και αυτός προσπαθούσε να την αποφύγει. Είχε κλείσει για κείνη, ήταν γεγονός. Αφέθηκε μόνο για λίγες στιγμές, όταν το « σε χάνω» έκλεβε τη παράσταση και ο Γιάννης τραγουδούσε και πάλι μόνο γι αυτούς.
Μίλησαν στο δρόμο , μίλησαν γενικά παρά πολύ.
Και την άλλη μέρα, πήγαν σε μια μαρίνα. Εκεί, δίπλα από τα ιστιοπλοϊκά, κοντά τη θάλασσα, ανάλυσαν την ιστορία τους. Προσπάθησαν να το εξηγήσουν, να το δουν από όλες τις οπτικές γωνίες. Έπρεπε να το κάνουν για να μπορέσουν να το κλείσουν , να το βάλουν στη γωνιά του, να τους βοηθήσει να συνεχίσουν τη ζωή τους.
Έβγαλαν και πάλι τα εσώψυχα τους, με διαφορετικό τρόπο αυτή τη φορά. Ήταν δυο φίλοι, που είχαν ζήσει κάτι διαφορετικό στις ζωές τους, που δεν το είχαν καταφέρει να γίνει ένωση τυπική, δεν μπορούσαν να είναι μαζί.
Όμως μπόρεσαν να βγάλουν τους θυμούς τους, όλα όσα τους είχαν ενώσει και τους είχαν χωρίσει σ’ αυτή την ιστορία τους.
Τα άνοιξαν όλα, τα εξομολογήθηκαν όλα. Ή σχεδόν όλα. Ήξεραν ότι είχαν ζήσει μια μεγάλη αγάπη σαν αυτές που σπάνια μπορεί κανείς να συναντήσει, αν το κάνει ποτέ.
Ήταν πολύ σημαντικό όλο αυτό , το ήξεραν και οι δυο.
Το βράδυ, την πήγε στο ξενοδοχείο της, την φίλησε τρυφερά.
«αντίο. Θα τα ξαναπούμε μωρό μου. Δυο άνθρωποι που ένωσαν τις ψυχές τους σαν και μας δεν είναι δυνατόν να χαθούν για πάντα»
«ναι, καρδούλα μου. Θα τα ξαναπούμε.»



Τα δίκτυα σώπασαν. Δεν είχαν να πουν πια τίποτε σημαντικό.
Η ζωή πήρε στον ρυθμό της μέσα από την καθημερινότητα. Ο καθένας στο δρόμο του , στη δυσκολία του, στις ανάγκες του.
Ψυχές και σώματα ήταν αυτοί. Έμειναν εκεί κολλημένοι για όσο μπόρεσαν, ξαναβρήκαν αυτό που είχαν και στη προηγούμενη ζωή τους.

Μια κινέζικη παροιμία λέει ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ένα μισό πορτοκάλι και το υπόλοιπο του βρίσκεται κάπου στη γη, κάπου άλλου. Και όλη τη ζωή του ψάχνει να το βρει για να μπορέσει να γίνει ολόκληρο.

Ναι, καρδούλα μου, θα τα ξαναπούμε…
κάπου, κάπως , κάποτε…

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Τον είχε χάσει...

Ο καιρός περνούσε. Η επικοινωνία ήταν ελάχιστη. Κάποια τηλέφωνα μόνο, από ενδιαφέρον, από το υπόλοιπο της αγάπης που όμως δεν έπαυε να υπάρχει εκεί κρυμμένη. Το ήξεραν πολύ καλά και οι δυο αυτό.
Κάποιο απόγευμα, τον πήρε. Ψάχνοντας και πάλι να βρει το κομμάτι της, εκείνο που του είχε δώσει . Για πάντα , απ’ ότι μπορούσε να καταλάβει .
Της είπε ότι δεν μπορούσε να αφεθεί. Ότι όλα περνούσαν από ένα φίλτρο. Πόσο μπορεί μια λέξη να αλλάξει την αίσθηση και την ανάγκη; Πόσο πολύ;
Ένιωσε προδομένη, εγκαταλελειμμένη. Δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να αντιδράσει. Του είχε πει ότι ήθελε να έχουν κλάψει μαζί τον αποχωρισμό και το χωρισμό τους. Και αυτός απλά προτίμησε να κλείσει τις πόρτες, να κατεβάσει τις μπάρες που οδηγούσαν στη σιωπή τους. Ήταν δυο άνθρωποι που απλά είχαν βρεθεί σε ένα σημείο της ζωής τους γεμάτο ανάγκη για αγάπη και έρωτα.
Η Εύα ένιωθε πληγωμένη όσο ποτέ. Όχι μόνο για το χωρισμό, αλλά για την ανάγκη του να παγώσει τα πάντα μέσα του. Όλη εκείνη η αγάπη έπρεπε να γίνει τρυφεράδα, άνοιγμα, ετοιμασία για τα επόμενα καλύτερα στη ζωή του. Κι όμως εκείνος είχε απλά σηκώσει τις πόρτες, είχε κλείσει τα παράθυρα της ψυχής του, όσο αφορούσε την ίδια τουλάχιστον.
Δεν άντεχε ούτε μήνυμα να του στείλει. Προτίμησε να του αφήσει στο δίκτυο κάτι από αυτά που ένιωθε.
«μόνο αυτό θα πω…ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ!!!ΛΥΠΑΜΑΙ...ήταν το τελευταίο που ήθελα να μου συμβεί σε σχέση με σένα..σου είχα πει ότι ήθελα να κλάψουμε μαζί…για όλα…ακόμη κι αν όλος αυτός ο αποχωρισμός πονάει πολύ, το να κρύβουμε αυτά που αισθανόμαστε, να τα φιλτράρουμε το βρίσκω απογοητευτικό…και σε μένα τα πράγματα φιλτράρονται…αλλά δεν κρύβονται…υπάρχουν και λέγονται…είχαμε πει να τα μοιραζόμαστε όλα…και πρώτη φορά , ένιωσα ένα παλιό συναίσθημα…μόνο εγώ να λέω αυτά που αισθάνομαι…και συ να τα κρύβεις…να τα φυλάς…ξέρω και κατανοώ το λόγο…πονάει…αλλά πονάει και μένα πολύ…μου έλειπε καιρό αυτό…είναι πολλά που έχεις αφήσει απ' έξω…νόμιζα ότι ήταν μόνο η δουλειά που σε απασχολούσε…και με διέψευσες...και ένιωσα αυτό το φρικτό…εγώ να μιλάω, όσο γινόταν, έστω για τον πόνο του αποχωρισμού και συ να το κρατάς μέσα σου…ότι χειρότερο μου συνέβαινε στη ζωή μου ήταν αυτό..»
Η απάντησή του ήρθε με τον ίδιο τρόπο. Αν και ήταν ο καιρός που εκείνη απέφευγε να τον βρει εκεί μέσα, να της θυμίζει όλα τα παλιά. Τον είχε αγαπήσει που να πάρει, την πονούσε να νιώθει απογοήτευση από αυτόν. Δεν το άντεχε, όχι αυτό, όχι έτσι από αυτόν. Πίστευε ότι όλα εδώ ήταν διαφορετικά και ξαφνικά βρισκόταν πάλι στα ίδια, σε καταστάσεις που τις γνώριζε καλά . Πάρα πολύ καλά.
«δεν μπορούσα και δεν μπορώ να σου πω σε αυτή τη φάση όλες μου τις σκέψεις. Και αυτό δεν γίνεται μόνο επειδή πονάει, αλλά και για κάποιους άλλους λόγους που θα στους πω κάποια στιγμή. Μόνο μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα...»
«ήθελα να σου γράψω ένα κομμάτι από αυτά που έγραφα εχθές στο ημερολόγιο μου…αμέσως μετά τη συζήτηση μας…αλλά δεν το έκανα…μάλλον δεν μπορώ πια να μιλάω μόνο εγώ…δεν μπορώ να μου το κάνω αυτό…πρέπει να γλιτώσω και γω κάτι απ' όσα μου έμεινε…με πόνεσε πολύ αυτό το φιλτράρισμα που είπες…και είναι καιρός που το ένιωθα…εννοούσα κάθε λέξη από το μήνυμα που σου έστειλα εχθές το βράδυ…μου λείπει η καρδούλα μου, αυτός που ταξίδεψα μαζί του....»
«οι εκτός δουλειάς λόγοι, έχουν υπεισέλθει το τελευταίο καιρό και δεν έχουν να κάνουν μόνο με μένα... και κάτι ακόμη... Δεν σου έχω πει ποτέ ψέματα και δεν σου έχω κρύψει κάτι...απλά δεν μπορούσα να σου μιλήσω, για κάποιους λόγους που θα στους πω, αφού συναντηθούμε.»
Η πίκρα συνέχιζε να τη γεμίζει. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως γινόταν να βρίσκονται έτσι. Να μην της λέει τις σκέψεις του , τα συναισθήματα του, όταν ακριβώς αυτό ήταν το σημείο που τους είχε ενώσει, που τους είχε κάνει να νιώσουν όλα αυτά που ήταν τα χαρακτηριστικά της σχέσης τους.
Δεν τον αναγνώριζε. Δεν ήταν ο ίδιος, δεν ήθελε να είναι ο ίδιος.
Τον είχε χάσει. Την πονούσε. Και ίσως πιο πολύ την πονούσε το γεγονός ότι ήθελε να τον αγαπάει, να νιώθει όλη εκείνη την αγάπη που της έβγαινε, που ήθελε να του δίνει, να του προσφέρει. Αλλά εκείνος δεν το ήθελε πια. Δεν το χρειαζόταν.

Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Να συνέλθω να σε ξαναδώ όπως σε ξέρω και ας μην είσαι πια…

Της περιέγραψε τα πάντα, δεν την άφηνε να κάνει σχόλιο. Εκείνη είχε μείνει εκεί καρφωμένη στην οθόνη της, έπαιρνε τα μηνύματά του, τα διάβαζε, ερχόταν το επόμενο, συνέχιζε να διαβάζει, τις περιγραφές που ένιωθε να την σκίζουν. Το βράδυ του Αγίου Βαλεντίνου που του μίλησε και της είχε πει ότι είχε κόσμο, εκείνη τη μέρα που ήταν μαζί της, απ’ ότι φαινόταν τώρα, στο καφενείο της Αθήνας, και μετά στο κρεβάτι της.
Ο δικός της Ανδρέας στο κρεβάτι μιας άλλης, της γειτόνισσας που ήταν μια καλή περίπτωση δεσμού. Όχι σαν αυτή που ήταν μακριά του όταν τη ζητούσε, όταν ο πόνος και η μοναξιά τον έπνιγαν. Εκείνη θα μπορούσε να είναι εκεί κοντά του, στο διπλανό διαμέρισμα, με ίδια προβλήματα με κείνο να τον καταλάβει, να τον κατανοήσει, να τον νιώσει.
Συνέχισε να της περιγράφει τα γεγονότα, εκείνη συνέχιζε να πεθαίνει. Αλήθεια που ήταν εκείνο το μούδιασμα που είχε πει ότι ένιωθε και ότι θα μπορούσε να ακούσει τα ΠΑΝΤΑ; Γιατί εκείνο το πράσινο διαβολάκι της ζήλιας είχε έρθει δίπλα της; Γιατί ένιωθε παγωμένη ανίκανη να κουνηθεί, να σκεφτεί να νιώσει; Το μόνο που έβλεπε μπροστά της ήταν η εικόνα του στο κρεβάτι με κάποια άλλη, να τη λέει μωρό του, αγάπη του, όταν εκείνη ήταν χιλιόμετρα μακριά και την αγαπούσε, όσο τον αγαπούσε. Ήταν άραγε έτσι;
Ήξερε ότι δεν είχε δικαίωμα να σκέφτεται περισσότερα , δεν μπορούσε να δώσει όλα όσα του άξιζαν ,είχε δίκιο να νιώθει μοναξιά, είχε ελπίδες εκείνη η τυχερή γειτόνισσα. Να την αγαπήσει , όσο είχε αγαπήσει εκείνη , ίσως και περισσότερο. Δεν θα είχαν να πολεμήσουν με γραμμές και καλώδια , τυχεράκηδες.
Και το πάγωμα της ζήλιας συνεχιζόταν. Είχε σταματήσει να γράφει, ούτε καν το έγγραφο που έπρεπε να τελειώσει. Έπαιρνε μόνο τα μηνύματά του και ένιωθε να ζηλεύει όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της. Πρωτόγνωρο συναίσθημα για άλλη μια φορά αυτό, αν και θα προτιμούσε να μην το είχε ζήσει μαζί του. Όχι, τώρα. Και αυτή η εικόνα ,να την έχει στην αγκαλιά του και να τη φιλάει, δεν έλεγε να ξεκολλήσει από μπροστά της.
«Και για αυτό λέω ότι, όλοι συνωμοτούν για εμάς, γιατί μωρό μου, βλέπω, ότι με σένα ήταν το κάτι άλλο. Και ότι παραχωρούσα το εισέπραττα πίσω, πολλαπλάσια.. και αυτό, δυστυχώς δεν βρίσκεται εύκολα αγαπούλα μου.. Αυτά σε γενικές γραμμές. Ακούω…που είσαι?»
Πού ήταν αλήθεια; Είχε μείνει κάγκελο , ήταν η μόνη έκφραση που της ερχόταν στο μυαλό και που θα μπορούσε να περιγράψει την αίσθηση της και την κατάσταση στην οποία ήταν.
«δεν μπορώ τώρα...για 2 λόγους...έχω δουλειά, και έχω παγώσει...συγνώμη..»
«γιατί πάγωσες μωρό μου? Δεν κατάλαβες τι μου συνέβη? Ότι δεν μπόρεσα να επενδύσω τίποτα σε αυτή τη περίπτωση, γιατί ήμουν δοσμένος ολοκληρωτικά σε σένα? Και ότι αυτό είναι που συνειδητοποίησα και αυτό με έτρωγε?»
Τι της έλεγε ; Γιατί η εικόνα που τη βασάνιζε δεν έφευγε από τα μάτια της;
«μίλα μου λίγο…σε παρακαλώ....»
Να αντέξω, να συνέλθω να σε ξαναδώ όπως σε ξέρω και ας μην είσαι πια…
«ότι αυτό είναι που δεν άντεχα? ότι δεν μπορούσα με αυτό που συνέβαινε μαζί σου, να κάνω οτιδήποτε άλλο? και ότι είχα ανάγκη για κάτι παραπάνω? Που δυστυχώς δεν το βρίσκω? Πιστεύεις, ότι μια γυναίκα που με γουστάρει, αν της δώσω το 1% από αυτά που έδωσα, και πήρα από σένα, θα έκανε πίσω?»
«απλά...με πάγωσε η σκέψη να ερωτοτροπείς , να φιλάς μια άλλη...δυστυχώς...αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να ξεπεράσω...και κατάλαβα και πολλά άλλα..»
«Τι κατάλαβες? πες μου...»
«κατάλαβα ότι η συμπεριφορά σου , ο θυμός σου την προηγούμενη εβδομάδα είχα και άλλη βάση...την προσπάθεια να απαγκιστρωθείς....και λυπάμαι»
«δεν το κατάλαβα ποια είναι η άλλη βάση???? μη το κάνεις αυτό...μη βγάζεις βιαστικά συμπεράσματα..... σε παρακαλώ...που είσαι?»
«πες μου…γιατί δεν μου τα είχες πει όλα αυτά νωρίτερα?»
Μπορούσε ακόμη να γράφει ; θυμήθηκε όλο το θυμό του. Τα πάντα έπαιρναν τη θέση τους . Το κομμάτι του παζλ ενωνόταν και έμπαινε εκεί που έλειπε. Ήθελε να την αφήσει για να συνεχίσει αλλού, εκεί που σίγουρα θα ήταν πιο βολικά. Ναι, αυτό ήταν όλο εκείνο που τον έκανε να θυμώνει και να του βγαίνει έτσι αρνητικά.
«Πότε νωρίτερα? Δεν ήξερα, αν έπρεπε να στα πω... ξεχνάς τι μου είχες πεί? Να μη σου πω τίποτα!!! Ήθελα να στα πω, αλλά... «
Α, ναι.. το είχε πει πραγματικά. Κάποια στιγμή του είχε ζητήσει να μην της μιλήσει ποτέ για όποια σχέση μπορεί να κάνει. Ήξερε ότι αυτή ακριβώς η εικόνα που ήταν εκεί μπροστά της τώρα θα της ήταν αρκετή για να τρελαθεί από ζήλια. Νάτο που γινόταν τώρα. Δεν το είχε αποφύγει τελικά.
«Στείλε μου μήνυμα, όταν μπορείς να σε πάρω τηλέφωνο..»
Έφυγε από το γραφείο. Δήθεν να πάει σε μια δουλειά. Να τον ακούσει , να κλάψει. Τον πήρε και ύστερα από τα πρώτα δύσκολα σημεία την πήρε εκείνος. Και αυτή, χώθηκε σε μια γωνιά στη είσοδο μιας πολυκατοικίας αδιαφορώντας για τους περαστικούς που την κοίταζαν, έκλαιγε, του έλεγε ότι τον αγαπάει, ότι δεν το αντέχει, είχε γίνει μια μικρή μπαλίτσα, ένα μωρό και πάλι, χαμένο στο δρόμο της καρδιά του, μαλωμένο και δαρμένο, πονεμένο βαθιά. Μπόρεσε να νιώσει την αγκαλιά του να την παρηγορεί μόνο όταν της είπε ότι δεν είχε μπορέσει να πει την άλλη μωρό του. Ότι αυτό ήταν δική της αποκλειστικότητα, ότι δεν μπορούσε να δει καμιά άλλη σαν το δικό του μωρό .
Ηρέμησε την τρικυμία του κορμιού της, που έκλαιγε, την αντάρα της ψυχής της που τον ζητούσε.
Όσο τον ένιωθε έτσι κοντά της, ναι, ήταν το μωρό του και δεν θα μπορούσε να της τον πάρει καμιά άλλη. Εκτός αν είχε να τα του δώσει όλα αυτά που και η ίδια μπορούσε, και πίστευε ότι του είχε προσφέρει. Της ψυχής της τα κομμάτια και τα αισθήματα. Όλα μαζί στη συσκευασία της Εύα του καναπές του.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Τον έψαξε στο δίκτυο και πάλι...

Και κείνος έστειλε νέο μήνυμα.
«και γυρνάει πάλι, ένα τεράστιο ΓΙΑΤΙ????»
«γιατί...δεν συναντηθήκαμε όταν θα έπρεπε...γιατί δεν μπορούμε να’ μαστε τώρα μαζί.. γιατί ...γιατί...γιατί...να υπάρχει όλη αυτή η αγάπη εκεί...και να πονάει....»
«μια ελπίδα έχουμε μόνο...να το εντάξουμε στις νέες συνθήκες όλο αυτό...:-)»
«βοήθα με λίγο. ποιες νέες συνθήκες? της έλλειψης επικοινωνίας εννοείς?»
«και αυτό, αλλά και πολλά άλλα.. δώσε μου λίγο χρόνο, μόνο να σκεφτώ..»
«όλο το χρόνο δικό σου, αγάπη μου...θέλω να μου κάνεις μια χάρη...να προσπαθήσεις να ξεχάσεις ότι υπάρχω κάπου εδώ...και να δοκιμάσεις οτιδήποτε καινούριο υπάρχει γύρω σου...σε παρακαλώ.. κάντο για μένα...τελευταία χάρη...»
«θα γίνει και αυτό μωράκι μου. θα δοκιμάσω κάποια στιγμή. Αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω ότι υπάρχεις. Δεν θέλω να ξεχάσω ότι υπάρχεις. Είσαι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί και γι αυτό το σταματάμε...»
«και κάτι άλλο....σταματάμε τα πάντα όσο αφορά τηλέφωνα κλπ...αλλά, να βρισκόμαστε λίγο, λιγάκι εδώ μέσα??? γίνεται ή θα είναι και αυτό μια από τα ίδια???
( είναι λάθος μάλλον...και αυτό...αλλά...δεν το αντέχω...γαμώτο.. δεν το αντέχω το καθόλου..)»
Παραμίλαγε μόνη της, στέλνοντας του τα μηνύματα. Του μίλαγε ξανά όπως πάντα, όπως στον εαυτό της , όπως σε κείνο που ήταν η ψυχή της. Ο σπαραγμός συνεχίστηκε εκείνο το πρωί. Ήταν πολύ δύσκολο και ήξερε ότι ήταν και για κείνο. Επέμενε να νιώθει ότι ήταν το σωστό, μόνο που δεν είχε καταλάβει πόσο προφητικά ήταν τα λόγια της.
Η τελευταία εβδομάδα του καρναβαλιού πέρασε. Σε άπειρα ξενύχτια. Κάθε φορά που τον σκεφτόταν βουτούσε στο ποτό, χόρευε ξέφρενα, έπινε και πάλι, τραγουδούσε, ξαναχόρευε. Ξενύχτησε όσο χρειαζόταν, ή καλύτερα δεν κοιμήθηκε όσο έπρεπε για να τον ονειρευτεί , για να υποφέρει περισσότερο.
Τα είχε καταφέρει. Στο τέλος της εβδομάδας ένιωθε εντελώς μουδιασμένη από συναισθήματα , ένιωσε την καρδιά της ανίκανη να συνειδητοποιήσει αν πονούσε ή όχι. Την είχε ναρκώσει τελικά μέσα στο χορό και στην καρναβαλική ελευθερία που της έδινε όλο αυτό το αποκριάτικο κλίμα και ή ξέφρενη μουσική.
Τρίτη μετά την Κ. Δευτέρα. Τον έψαξε στο δίκτυο. Να κρίνει πόσο καλά ή πόσο μουδιασμένη ήταν ακόμη. Πίστεψε ότι ήταν αρκετά από το δεύτερο για να τον αντιμετωπίσει.
«καλημέρα...καλή σαρακοστή.»
«ΚΑΛΗΜΕΡΑ..ΕΠΙΣΗΣ..»
«Πως πέρασες, μωράκι μου?»
«τι να σου πω...αν μ' ακούσεις δεν θα γνωρίσεις τη φωνή μου...συνεχόμενο γλέντι και ξενύχτι από την τετάρτη...:-)»
«τα έδωσες όλα??»
«ΟΛΑ!!!!!»
«:-))εκτονώθηκες μωρό μου?»
«ναι.. μάλλον...χόρεψα ΠΑΡΑ μα ΠΑΡΑ πολύ...νιώθω γενικά πολύ άδεια σήμερα.. αυτό το καρναβάλι είναι τελικά ευλογημένο.. μοναδική ευκαιρία να αδειάσεις από όλα..»
«αυτό είναι πολύ καλό... σε κάποιες περιπτώσεις»
«στη δική μας περίπτωση ήταν το καλύτερο…ίσως και γι αυτό ξεφάντωσα τόσο πολύ…αν και πολλές ήταν οι στιγμές που μου έλειπες...»
«χαίρομαι, που ξεφάντωσες.. πολύ θα ήθελα να το έχω κάνει και εγώ...για πες μου , για τον ... καφέ.. :-)»
Κάποια στιγμή, μέσα σε όλο τον πόνο, προσπαθώντας να τον εκδικηθεί, του είπε ότι είχε βγει για ένα καφέ με κάποιον άλλο. Το είχε κάνει στ’ αλήθεια σε μια προσπάθεια μέσα στο όλο κλίμα της απεξάρτησης. Πάντα θυμόταν ότι ένας έρωτας ξεπερνιέται με ένα νέο έρωτα.
«τι να σου πω…ένας τύπος από δω…θυμάσαι που σου είχα πει ότι του Αγ. Βαλεντίνου είχα μια πρόσκληση για καφέ? ε, αυτός…που επέμενε όλο τον καιρό…εντάξει...κουβεντιάσαμε λίγο…επιβεβαιώθηκα...αυτό είχα ανάγκη αυτή την μέρα…μου έλειπες πολύ και είχα ανάγκη να νιώσω επιβεβαίωση για να τα καταφέρω να το αντιμετωπίσω..»
«επιβεβαίωση για τι???»
«δεν ξέρω...ίσως ένιωθα κάπου βαθιά κάπου βαθιά απόρριψη…ίσως έψαχνα κάτι άλλο για να ξεπεράσω εσένα ..και μπορεί και να ξανασυμβεί αυτό…δεν μπορώ να κάνω αλλιώς μάλλον…»
«Μωρό μου, ξέρεις πολύ καλά, ότι δεν σε απόρριψα. Δεν μπορώ να σε απορρίψω. Άλλο ήταν αυτό που συνέβη. Το οποίο όμως δεν σημαίνει ότι έχω πάψει να σε αγαπάω τρελά. Απλά σε αυτή τη φάση, ένοιωσα και άλλες ανάγκες...... δεν μπορώ να σε απορρίψω... δεν γίνεται αυτό..Να απορρίψω τη ψυχή μου?????»
«κάποιες φορές νομίζω ότι όλα θα πάνε καλά.. ότι θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα πάντα.. ότι θα βρούμε πραγματικά τον δρόμο μας.. όπως λες και συ… δεν ένιωσα απόρριψη από σένα...απλά ήθελα κάτι άλλο εκείνη τη στιγμή...είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που δεν μου έχει δώσει απόρριψη. Καρδούλα μου...το ξέρω...λειτούργησε αλλιώς όμως εκείνη τη μέρα...η επιβεβαίωση είναι καλύτερη αιτία...υπήρχαν άπειρες στιγμές όλες αυτές τις μέρες ,που καταλάβαινα την μεγάλη αξία της σχέσης μας...»
«και θα πάνε καλά και θα βρούμε το δρόμο μας.
Φαίνεται, ότι και αυτό που κάνουμε τώρα, πάλι για μας το κάνουμε.. ακόμα και αυτό θα μας ενώσει πιο δυνατά.. αυτό υποψιάζομαι.. :-)Που να σου πω εγώ, τι έχει γίνει με τη γειτόνισσα...Μου φαίνεται ότι όλο το σύμπαν συνωμοτεί για λογαριασμό μας, μωράκι μου, όπως έλεγε και ο Κοέλο στον αλχημιστή... :-)))»
«πάντως είναι σίγουρα το σωστό...δεν μπορούσαμε να συνεχίζουμε έτσι…με τα τηλέφωνα τα συνεχόμενα...για λέγε...για λέγε....»
«τι να πω??? ο κόσμος είναι παλαβός, αλλά όχι με τη παλαβομάρα τη δικιά μας..:-)Σου έχω πει τίποτα γι αυτή?"
«όχι...»
«Λοιπόν...Χωρισμένη, 33 ετών, ένα παιδί 11 ετών.»
Στο τρόπο ζωής κοντά με τα δικά μου πλαίσια. Δηλαδή, φαντάζει μια καλή περίπτωση, για κάποια σχέση, έξω από ένα απλό πήδημα»
«Αλλά?»
Άρχισε να της μιλάει για κείνη. Να της λέει για το σκηνικό μεταξύ τους που είχε οδηγήσει σε μια νύχτα έρωτα μαζί της. Ακριβώς εκείνες τι ς μέρες που το κινητό της έμενε κλειστό, που η διαίσθησή της της έλεγε ότι κάτι συνέβαινε.